Ηλεκτρονική συνταγογράφηση - Σύμβαση με το ΥΕΘΑ

26510 42003      drkoliosmarios@gmail.com

Μάριος Δ. Κολιός

Ειδικός Καρδιολόγος – Στρατιωτικός Ιατρός

Ειδικευθείς στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ιωαννίνων

Υπ. Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Ιωαννίνων

Επιστημονικός Συνεργάτης Καρδιολογικής Κλινικής Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ιωαννίνων

Εξειδικευθείς στην Καρδιοαναπνευστική Αναζωογόνηση/European Resuscitation Council-ERC

ERC Course Director/Instructor BLS/AED-ILS-ALS-PALS

Αρτηριακή Υπέρταση-Νεότερες οδηγίες


Τι είναι η αρτηριακή υπέρταση;

Η επίπτωση της αρτηριακής υπέρτασης είναι υψηλή τόσο στην Ελλάδα όσο και παγκοσμίως , και η θεραπεία της αποτελεί την πιο συνήθη αιτία επίσκεψης ενηλίκων στον ιατρό. Επιπλέον, σχεδόν οι μισοί υπερτασικοί ασθενείς δεν έχουν ελέγξει την αρτηριακή τους πίεση. Τον Νοέμβριο του 2017 η Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρία άλλαξε τον ορισμό της αρτηριακής υπέρτασης.

Βάσει αυτού, η αρτηριακή πίεση υπολογίζεται αφότου έχουν γίνει δύο ή περισσότερες κατάλληλες μετρήσεις σε διάστημα δύο ή περισσότερων επισκέψεων και οι τιμές ορίζονται ως εξής:

  • Φυσιολογική αρτηριακή πίεση: Συστολική <120 mmHg και Διαστολική <80 mmHh
  • Αυξημένη αρτηριακή πίεση: Συστολική 120-129mmHg και Διαστολική <80 mmHg
  • Υπέρταση:
    • Στάδιο 1: Συστολική 130-139mmHg ή Διαστολική 80-89mmHg
    • Στάδιο 2: Συστολική τουλάχιστον 140mmHg ή Διαστολική τουλάχιστον 90mmHg.

Οι ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν αντιυπερτασική αγωγή, ασχέτως από τις τιμές της αρτηριακής τους πίεσης, θεωρούνται υπερτασικοί ασθενείς.

Η μεμονωμένη συστολική αρτηριακή υπέρταση ορίζεται ως συστολική ≥130mmHg και διαστολική <80 mmHg και η μεμονωμένη διαστολική υπέρταση ορίζεται ως συστολική <130 mmHg και διαστολική ≥ 80mmHg. Οι ασθενείς που έχουν αυξημένη συστολική και διαστολική πίεση (>130 mmHg και >80mmHg αντίστοιχα), θεωρούνται ότι έχουν μικτή συστολική/διαστολική υπέρταση.

Αυτοί οι ορισμοί απευθύνονται σε ενήλικες που δεν είναι σε αντιυπερτασική αγωγή και δεν έχουν κάποια οξεία νόσο. Σε περίπτωση που υπάρχει διαφορά μεταξύ της συστολικής και διαστολικής πίεσης στην κατηγοριοποίηση του ασθενούς, λαμβάνεται πάντα υπόψιν η υψηλότερη τιμή.

Η Ευρωπαϊκή Καρδιολογική Εταιρία έχει ανακοινώσει διαφορετικούς ορισμούς το 2013, όπως έχει ήδη αναφερθεί στο link https://kolios-kardiologos.gr/ipertasi/ .

Η προγνωστική αξία της αρτηριακής πίεσης ως δείκτης καρδιαγγειακού κινδύνου, φαίνεται να είναι εξαρτώμενη από την ηλικία. Συγκεκριμένα, η συστολική αρτηριακή πίεση αποτελεί τον σημαντικότερο προγνωστικό δείκτη σε ασθενείς ηλικίας 50-60 ετών. Για ασθενείς ηλικίας κάτω των 50 ετών, η διαστολική αρτηριακή πίεση φαίνεται να είναι καλύτερος προγνωστικός δείκτης θνητότητας σε σχέση με την συστολική αρτηριακή πίεση.

Όλο και πιο συχνά , η διάγνωση της αρτηριακής πίεσης τίθεται με τη χρήση holter πιέσεως (συσκευών μέτρησης αρτηριακής πίεσης 24ώρου κατοίκον). Αν και δεν υπάρχει πλήρης συμφωνία για τον καταλληλότερο ορισμό των ορίων αρτηριακής πίεσης με αυτή τη μέθοδο, οι τελευταίες κατευθυντήριες οδηγίες του 2017 της Αμερικανικής Καρδιολογικής Εταιρίας προτείνουν ως αρτηριακή υπέρταση, τις εξής τιμές:

  • Μία 24ωρη μέση τιμή 125/75 ή μεγαλύτερη
  • Μέσος όρος πιέσεων κατά την ημέρα (αφύπνιση) 130/80 ή μεγαλύτερη
  • Μέσος όρος πιέσεων κατά την νύχτα (κατάκλιση) 110/65 ή μεγαλύτερη

Οι μετρήσεις που λαμβάνει κάθε ασθενής μόνος του κατοίκον, πλησιάζουν περισσότερο προς τις μετρήσεις ενός 24ωρου holter πιέσεως κατά τη διάρκεια της ημέρας. Αντιθέτως, οι μετρήσεις ενός ασθενούς στο ιατρείο, τείνουν να είναι λίγο υψηλότερες. Για το λόγο αυτό και μετρήσεις αρτηριακής πίεσης κατοίκον από τον ίδιο τον ασθενή θεωρούνται υψηλές, αν ξεπερνούν τα όρια >130/80mmHg.

Υπέρταση λευκής μπλούζας (White coat hypertension): Ορίζεται ως η αρτηριακή πίεση η οποία είναι μονίμως αυξημένη όταν μετράται από τον ιατρό στο γραφείο , αλλά δεν πληροί τα κριτήρια με τις μετρήσεις που λαμβάνονται εκτός ιατρείου.

Κεκρυμμένη αρτηριακή υπέρταση (Masked hypertension): ορίζεται ως η αρτηριακή πίεση η οποία είναι μονίμως αυξημένη εκτός ιατρείου, αλλά δεν πληροί τα κριτήρια με μετρήσεις που λαμβάνονται από τον ιατρό στο γραφείο.

Υπερτασικό κατεπείγον (Hypertensive emergency): Ορίζεται ως η διαστολική πίεση >110mmHg, με στοιχεία υπέρ βλάβης σε όργανα στόχους , όπως στον εγκέφαλο, τα μάτια, την καρδιά ή τους νεφρούς. Το υπερτασικό κατεπείγον αποτελεί μία επικίνδυνη για τη ζωή κατάσταση και χρήζει άμεσης αντιμετώπισης , συνήθως με ενδοφλέβια χορήγηση φαρμάκων και παρακολούθηση με μόνιτορ.

Υπερτασικό επείγον (Hypertensive urgency): Ορίζεται ως η διαστολική πίεση >110mmHg, σε κατά τα άλλα ασυμπτωματικούς ασθενείς, χωρίς να εμφανίζουν οξεία βλάβη σε όργανα-στόχους. Δεν υπάρχει αποδεδειγμένο όφελος από την ταχεία μείωση της αρτηριακής πίεσης σε αυτούς τους ασθενείς.

Η αρτηριακή υπέρταση μπορεί να είναι πρωτοπαθής ή δευτεροπαθής:

Πρωτοπαθής αρτηριακή υπέρταση

Η διατήρηση της αρτηριακής πίεσης είναι ζωτικής σημασίας για την αιμάτωση των οργάνων του ανθρωπίνου σώματος. Γενικά, η αρτηριακή πίεση ορίζεται ως το γινόμενο της καρδιακής παροχής επί τις περιφερικές συστηματικές αντιστάσεις (Αρτηριακή Πίεση = Καρδιακή Παροχή x περιφερικές συστηματικές αντιστάσεις).

Η αρτηριακή πίεση μεταβάλλεται ανάλογα με τις αλλαγές που συμβαίνουν στο περιβάλλον , με στόχο τη διατήρηση της αιμάτωσης όλων των οργάνων. Οι κυριότεροι μηχανισμού που υπεισέρχονται στη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης είναι το συμπαθητικό νευρικό σύστημα , το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης και ο όγκος πλάσματος (που υπάρχει στο αίμα και καθορίζεται κυρίως από τους νεφρούς).

Η παθογένεση της πρωτοπαθούς αρτηριακής πίεσης δεν είναι πλήρως κατανοητή και αποτελεί αποτέλεσμα πολλαπλών περιβαλλοντικών και γενετικών παραγόντων, οι οποίοι επιδρούν στην λειτουργία του καρδιαγγειακού συστήματος αλλά και των νεφρών. Παρόλο που η αιτιολογία της δεν είναι πλήρως ξεκάθαρη, ορισμένοι παράγοντες κινδύνου σχετίζονται ισχυρά και ανεξάρτητα με την εμφάνιση αρτηριακής υπέρτασης. Σε αυτούς τους παράγοντες περιλαμβάνονται:

  • Ηλικία: Η προχωρημένη ηλικία σχετίζεται με αυξημένη αρτηριακή πίεση, ιδίως συστολική αρτηριακή υπέρταση.
  • Παχυσαρκία: Η παχυσαρκία και η αύξηση του σωματικού βάρους αποτελούν μείζονες παράγοντες για την εμφάνιση υπέρτασης, και αποτελούν εξίσου καθοριστικούς παράγοντες καθώς αυξάνεται και η ηλικία.
  • Οικογενειακό ιστορικό: Η υπέρταση εκδηλώνεται έως και δύο φορές συχνότερα σε άτομα που έχουν έναν ή δύο γονείς υπερτασικούς, και πολλαπλές επιδημιολογικές μελέτες προτείνουν γενετικούς παράγοντες ως αιτία υπέρτασης σε ποσοστό ως και 30% των ασθενών.
  • Φύλο: Η υπέρταση τείνει να είναι πιο συχνή, πιο σοβαρή , εκδηλώνεται σε νεότερες ηλικίες και σχετίζεται με βλάβες σε όργανα-στόχους σε ασθενείς μαύρης φυλής.
  • Νεφρική ανεπάρκεια: Ο μειωμένος αριθμός νεφρώνων, που σχετίζεται με γενετικούς παράγοντες, διαταραχές ανάπτυξης κατά την εμβρυϊκή ηλικία (υποξία, φάρμακα, αναπτυξιακή ανεπάρκεια) ή πρωιμότητα νεογνού, μπορεί στο μέλλον να οδηγήσει σε αρτηριακή υπέρταση.
  • Υψηλή κατανάλωση άλατος: Υψηλή λήψη άλατος (πάνω από 3000mg /μέρα), αυξάνει των κίνδυνο εμφάνισης αρτηριακής υπέρτασης, ενώ ο περιορισμός λήψης άλατος μειώνει την αρτηριακή πίεση.
  • Κατάχρηση αλκοόλ: Η αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ σχετίζεται με εμφάνιση αρτηριακής υπέρτασης.
  • Μειωμένη φυσική δραστηριότητα: Η έλλειψη άσκησης σχετίζεται με εμφάνιση υπέρτασης, ενώ η ίδια η άσκηση βοηθάει στην μείωση της αρτηριακής πίεσης.
  • Σακχαρώδης διαβήτης και δυσλιπιδαιμία: Η παρουσία άλλων παραγόντων καρδιαγγειακού κινδύνου, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης και η δυσλιπιδαιμία, συσχετίζονται με την εμφάνιση αρτηριακής υπέρτασης.
  • Μορφές προσωπικότητας και κατάθλιψη: Η υπέρταση είναι πιο συνήθης σε ορισμένους τύπους προσωπικότητας, όπως σε άτομα τα οποία είναι πιο επιθετικά ή ανυπόμονα/αγχώδη καθώς και σε άτομα με κατάθλιψη.

 

Δευτεροπαθής αρτηριακή υπέρταση

Ένας αριθμός κοινών ή λιγότερο συνήθων καταστάσεων μπορεί να συμβάλλουν στην αύξηση της αρτηριακής πίεσης , οδηγώντας στην λεγόμενη δευτεροπαθή αρτηριακή υπέρταση. Σε πολλές περιπτώσεις , αυτοί οι παράγοντες συνυπάρχουν με παράγοντες που σχετίζονται με πρωτοπαθή υπέρταση, και ουσιαστικά δυσκολεύουν την καλή ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης.

Μείζονες παράγοντες δευτεροπαθούς υπέρτασης περιλαμβάνουν:

  • Συνταγογράφηση ή υπέρμετρη λήψη ορισμένων φαρμάκων:
    • Αντισυλληπτικά χάπια, ιδίως εκείνα που διαθέτουν υψηλές δόσεις οιστρογόνων, τα οποία μπορεί να αυξήσουν την αρτηριακή πίεση τόσο εντός φυσιολογικών ορίων όσο και να την αυξήσουν υπέρμετρα.
    • Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), ιδίως όταν χρησιμοποιούνται σε χρόνια βάση (πχ. ιβουπροφένη, νιμεσουλίδη, δικλοφαινάκη – Brufen, Mesulid, Voltaren).
    • Αντικαταθλιπτικά , συμπεριλαμβανομένου τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά και εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs).
    • Γλυκοκορτικοειδή
    • Αποσυμφορητικά μύτης όπως η ψευδοεφεδρίνη
    • Φάρμακα που προκαλούν απώλεια βάρους
    • Ερυθροποιητίνη
    • Κυκλοσπορίνη
    • Αμφεταμίνες και άλλα διεγερτικά
    • Παράνομες ουσίες
    • Ναρκωτικά όπως οι μεθαμφεταμίνες και η κοκαΐνη μπορεί να αυξήσουν την αρτηριακή πίεση.
  • Πρωτοπαθής νεφρική νόσος: Τόσο η οξεία όσο και η χρόνια νεφρική νόσος, ειδικά όταν προσβάλει συγκεκριμένα τμήματα του νεφρού (σπειράματα) ή τα νεφρικά αγγεία, μπορεί να οδηγήσουν σε αρτηριακή υπέρταση.
  • Πρωτοπαθής αλδοστερονισμός: Η παρουσία πρωτοπαθούς αλδοστερονισμού (υπερέκκριση αλατοκορτικοειδών) πρέπει να διερευνηθεί σε περίπτωση ενός ασθενούς που παρουσιάζει την κλασική τριάδα αρτηριακής υπέρτασης, ανεξήγητης υποκαλιαιμίας και μεταβολικής αλκάλωσης. Παρόλα αυτά, ένα 50% των ασθενών με αυτή τη νόσο παρουσιάζουν φυσιολογικές τιμές καλίου στο αίμα.
  • Νεφραγγειακή υπέρταση: Η νεφραγγειακή νόσος αποτελεί μία σχετικά συχνή πάθηση. Η νεφραγγειακή υπέρταση εμφανίζεται τόσο σε νέα άτομα (σε αυτή την περίπτωση το τοίχωμα των νεφρικών αρτηριών παχύνεται, παρουσιάζοντας ινομυοματώδη υπερπλασία) , όσο και σε μεγαλύτερης ηλικίας άτομα, στα πλαίσια αθηροσκλήρωσης των νεφρικών αρτηριών (σε αυτή την περίπτωση οι νεφρικές αρτηρίες παρουσιάζουν στένωση λόγω ανάπτυξης αθηρωματικών πλακών εντός του αυλού τους).
  • Αποφρακτική υπνική άπνοια: Διαταραχή αναπνοής κατά τη διάρκεια του ύπνου αποτελεί ανεξάρτητο παράγοντα εμφάνισης συστηματικής αρτηριακής υπέρτασης.
  • Φαιοχρωμοκύτωμα: Το φαιοχρωμοκύτωμα αποτελεί μία σπάνια αιτία δευτεροπαθούς υπέρτασης. Περίπου οι μισοί ασθενείς με φαιοχρωμοκύτωμα εμφανίζουν παροξυσμική υπέρταση. Η πλειοψηφία των υπολοίπων ασθενών παρουσιάζει εικόνα αρτηριακής υπέρτασης δίκην πρωτοπαθούς.
  • Σύνδρομο Cushing: Το σύνδρομο Cushing είναι επίσης μία σπάνια αιτία δευτεροπαθούς υπέρτασης, αλλά η υπέρταση αποτελεί σε αυτούς τους ασθενείς ένα μείζον αίτιο νοσηρότητας και θνητότητας.
  • Άλλες ενδοκρινικές διαταραχές: Ο υποθυρεοειδισμός, ο υπερθυρεοειδισμός και ο υπερπαραθυρεοειδισμός μπορεί επίσης να προκαλέσουν υπέρταση.
  • Στένωση ισθμού αορτής: Η στένωση ισθμού αορτής αποτελεί ένα συχνό αίτιο δευτεροπαθούς υπέρτασης σε νέους ασθενείς, αλλά μπορεί επίσης να διαγνωσθεί στην ενήλικο ζωή. Σε αυτή την περίπτωση υπάρχει εκ γενετής σοβαρή στένωση σε ένα συγκεκριμένο σημείο της αορτής (του μεγαλύτερου αγγείου του σώματος).

 

Ποιες μπορεί να είναι οι επιπλοκές της αρτηριακής υπέρτασης;

Η υπέρταση σχετίζεται με έναν ευρύ φάσμα σοβαρών επιπλοκών. Η πιθανότητα εκδήλωσης των επιπλοκών αυτών αυξάνεται όσο και η αρτηριακή πίεση είναι υψηλότερη. Η υπέρταση είναι ποσοτικά ένας μείζον τροποποιήσιμος παράγοντας κινδύνου για εμφάνιση καρδιαγγειακών συμβαμάτων, πιο συχνός και από το κάπνισμα, την δυσλιπιδαιμία και τον σακχαρώδη διαβήτη, οι οποίοι είναι εξίσου μείζονες παράγοντες κινδύνου. Επιπλέον, ο κίνδυνος αυξάνεται πολύ περισσότερο, όταν συνυπάρχουν οι προαναφερθέντες παράγοντες κινδύνου.


Οι κάτωθι επιπλοκές συσχετίζονται με ύπαρξη αρτηριακής υπέρτασης:

Υπερτροφία αριστερής κοιλίας: Η αύξηση του πάχους της καρδιάς, η οποία ονομάζεται υπερτροφία, αποτελεί ένα πρώιμο εύρημα σε ασθενείς με αρτηριακή υπέρταση. Η υπερτροφία της αριστερής κοιλίας συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρδιακής ανεπάρκειας, εμφράγματος μυοκαρδίου , αιφνίδιου καρδιακού θανάτου και εγκεφαλικού επεισοδίου, σε σχέση με υπερτασικούς χωρίς υπερτροφία.

Καρδιακή ανεπάρκεια: Ο κίνδυνος για εμφάνιση καρδιακής ανεπάρκειας είναι μεγαλύτερος όσο αυξάνεται και η αρτηριακή πίεση, και σε αυτό μπορεί να συμβάλλει τόσο η ισχαιμία στην καρδιά όσο και άλλοι παράγοντες. Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα στο https://kolios-kardiologos.gr/kardiaki-aneparkeia/ .

Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο: Η υπέρταση αποτελεί τον πιο συνήθη παράγοντα κινδύνου για αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, και ο κίνδυνος μειώνεται, όσο πιο αποτελεσματικά ελέγχεται η αρτηριακή υπέρταση.

Ενδοκράνια αιμορραγία: Η υπέρταση είναι η πιο συχνή αιτία πρόκλησης ενδοκράνιας αιμορραγίας.

Στεφανιαία νόσος: Η υπέρταση αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες κινδύνου στεφανιαίας νόσου (ισχαιμίας στην καρδιά), συμπεριλαμβανομένου εμφράγματος μυοκαρδίου.

Νεφρική ανεπάρκεια: Η υπέρταση είναι παράγοντας κινδύνου εμφάνισης χρόνιας νεφρικής νόσου και τελικού σταδίου νεφρικής ανεπάρκειας. Η υπέρταση μπορεί να προκαλέσει άμεσα βλάβη στους νεφρούς , η οποία ονομάζεται υπερτασική νεφροσκλήρυνση, και να επιταχύνει την εξέλιξη άλλων νεφρικών νοσημάτων.

Πώς μπορεί να τεθεί η διάγνωση της αρτηριακής υπέρτασης;

Όλοι οι ενήλικες θα πρέπει να ελέγχονται για πιθανή αρτηριακή υπέρταση. Ιδανικά, οι μετρήσεις σε ένα ιατρικό γραφείο θα πρέπει να επιβεβαιώνονται και να συμπληρώνονται από μετρήσεις κατοίκον, εφόσον αυτό είναι δυνατό. Όλοι οι ενήλικες άνω των 18 ετών θα πρέπει να μετράνε ανά τακτά χρονικά διαστήματα την αρτηριακή τους πίεση για ανίχνευση υπέρτασης , και πιο συγκεκριμένα:

  • Ενήλικες με φυσιολογική αρτηριακή πίεση θα πρέπει να επανελέγχουν την πίεσή τους τουλάχιστον μία φορά κάθε έτος.
  • Ενήλικες με συστολική αρτηριακή πίεση 120-129 ή με γνωστούς παράγοντες κινδύνου (πχ παχυσαρκία), θα πρέπει να επανελέγχονται τουλάχιστον κάθε έξι μήνες.

Στην ασυνήθη περίπτωση που σε αρχική μέτρηση της αρτηριακής πίεσης ένας ασθενής εμφανίζει τιμές ≥ 180/110 ή εμφανίζει υπερτασικό επείγον ή κατεπείγον, η διάγνωση της αρτηριακής υπέρτασης τίθεται χωρίς περαιτέρω ανάγκη για επιπλέον μετρήσεις.

Σε όλους τους άλλους ασθενείς, η διάγνωση της αρτηριακής υπέρτασης καλό είναι να επιβεβαιώνεται με επιπλέον μετρήσεις εκτός γραφείου, και κατά προτίμηση με φορητή μέτρηση της πίεσης (holter πίεσης) ή με μετρήσεις από τον ασθενή κατοίκον, όταν το holter πίεσης δεν είναι εφικτό. Ορισμένες φορές, μετρήσεις αρτηριακής πίεσης εκτός γραφείου δεν είναι εφικτές, είτε λόγο κόστους ή μη διάθεσης κατάλληλων μέσων μέτρησης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η διάγνωση της υπέρτασης επιβεβαιώνεται με επαναλαμβανόμενες μετρήσεις στο ιατρικό γραφείο, σε βάθος εβδομάδων. Ο αριθμός των μετρήσεων που χρειάζεται να ληφθούν για την επιβεβαίωση της αρτηριακής υπέρτασης, εξαρτάται από την σοβαρότητα των τιμών που μετρούνται σε κάθε επίσκεψη, από την παρουσία ή μη βλαβών σε όργανα-στόχους (πχ υπερτροφία αριστερής κοιλίας), και από την παρουσία ή μη σακχαρώδους διαβήτη ή χρόνιας νεφρικής νόσου.

Φορητή μέτρηση αρτηριακής πίεσης (holter πίεσης): Αποτελεί την προτεινόμενη μέθοδο επιβεβαίωσης της αρτηριακής υπέρτασης, καθώς λαμβάνονται πολλαπλά δεδομένα υψηλής ποιότητας που μπορεί να προβλέψουν με μεγαλύτερη ακρίβεια τον καρδιαγγειακό κίνδυνο σε σχέση με απλές μετρήσεις γραφείου. Το holter πίεσης καταγράφει την αρτηριακή πίεση του ασθενή περίπου κάθε 15-20 λεπτά την ημέρα, και κάθε 30-60 λεπτά την νύχτα, κατά τον ύπνο. Επιπλέον μπορεί να αναγνωρίσει την υπέρταση λευκής μπλούζας και την κεκρυμμένη υπέρταση, καθώς και να επιβεβαιώσει τις μετρήσεις που λαμβάνει ο ασθενής μόνος του κατοίκον. Επίσης αποτελεί την μόνη μέθοδο αξιόπιστης μέτρησης αρτηριακής πίεσης κατά τις νυχτερινές ώρες κατάκλισης, μετρήσεις που μπορεί να έχουν σημαντική προγνωστική αξία.

Πολλοί ασθενείς με υπέρταση γραφείου έχουν στην πραγματικότητα υπέρταση λευκής μπλούζας και επαναλαμβανόμενες μετρήσεις κατοίκον ή με holter πίεσης είναι φυσιολογικές. Από την άλλη πλευρά, η ευρεία χρήση holter πίεσης έχει αναδείξει έναν σημαντικό αριθμό ασθενών που έχουν αυξημένες τιμές αρτηριακής πίεσης εκτός γραφείου (κεκρυμμένη υπέρταση).

Το holter πίεσης, πέρα από τη διάγνωση της υπέρτασης λευκής μπλούζας, μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί και στις εξής περιπτώσεις:

  • Υποψία βραχέων επεισοδίων υπέρτασης (πχ. Φαιοχρωμοκύτωμα)
  • Καθορισμός θεραπευτικής προσέγγισης και απάντησης σε αντιυπερτασικά φάρμακα
  • Ανάδειξη υποτασικών επεισοδίων (με ή χωρίς αντιυπερτασική αγωγή)
  • Ανθιστάμενη υπέρταση (υπέρταση που δύσκολα ελέγχεται με φαρμακευτική αγωγή)

Μπορείτε να διαβάσετε επιπλέον στον ακόλουθο σύνδεσμο https://kolios-kardiologos.gr/holter-πίεσης/ .

Μέτρηση αρτηριακής πίεσης κατοίκον: Η κατάλληλη εκπαίδευση του ασθενούς είναι υψίστης σημασίας για τη σωστή μέτρηση της αρτηριακής πίεσης κατοίκον. Οι ασθενείς θα πρέπει να χρησιμοποιούν ενδεδειγμένα, εγκεκριμένα πιεσόμετρα, τα οποία μετρούν την αρτηριακή πίεση στη βραχιόνια αρτηρία (στον βραχίονα-μπράτσο και όχι στον καρπό), και να πραγματοποιούν μετρήσεις σε ήσυχο δωμάτιο, μετά από 5 λεπτά ξεκούρασης, σε καθιστική θέση. Θα πρέπει να ληφθούν τουλάχιστον 12 με 14 μετρήσεις τόσο σε πρωινές όσο και σε βραδινές ώρες , εντός μίας εβδομάδας.

Πιο συγκεκριμένα, για την ορθή μέθοδο μέτρησης της αρτηριακής πίεσης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν τα εξής:

Στάση σώματος: Καθιστική θέση, σε ήσυχο περιβάλλον, με την πλάτη να υποστηρίζεται (πχ καρέκλα με πλάτη, καναπές), μετά από 5 λεπτά σε αυτή τη θέση, με το χέρι που μετράται στο ύψος της καρδιάς.

Συνθήκες: Όχι κατανάλωση καφεΐνης την τελευταία ώρα, όχι κάπνισμα τα τελευταία 30 λεπτά, όχι χρήση διεγερτικών φαρμάκων (πχ αποσυμφορητικών μύτης που περιέχουν εφεδρίνη)

Μέγεθος περιχειρίδας: Μήκος περιχειρίδας στο 80% και πλάτος περιχειρίδας τουλάχιστον 40% της περιφέρειας του βραχίονα

Πιεσόμετρο: Τα ηλεκτρονικά πιεσόμετρα κανονικά θα πρέπει να ελέγχονται κάθε 6 μήνες.

Αριθμός μετρήσεων: Τουλάχιστον 2 μετρήσεις, διαχωριζόμενες μεταξύ τους για τουλάχιστον 3-5 λεπτά. Σε περίπτωση που οι τιμές διαφέρουν πάνω από 5mmHg, λήψη επιπλέον μετρήσεων.

Βραχίονας που χρησιμοποιείται: Αρχικά μέτρηση της πίεσης και στους δύο βραχίονες. Αν η διαφορά μεταξύ των πιέσεων είναι σημαντική (>15mmHg), χρήση του βραχίονα με την υψηλότερη καταγραφή.


 

Ταχύτητα φουσκώματος: Γρήγορα, τουλάχιστον 20mmHg πάνω από την συστολική πίεση, μέχρι να μην ψηλαφάται η κερκιδική αρτηρία

 

Ταχύτητα ξεφουσκώματος: Περίπου 3mmHg ανά δευτερόλεπτο.

 

 

Μέτρηση αρτηριακής πίεσης στο γραφείο: Εφόσον οι μετρήσεις πίεσης πραγματοποιούνται στο γραφείο του ιατρού, χρειάζεται να χρησιμοποιείται κατάλληλη τεχνική μέτρησης για τη σωστή ερμηνεία των αποτελεσμάτων. Επιπλέον, εκτός της λήψης πολλαπλών μετρήσεων σε επαναλαμβανόμενες επισκέψεις, πρέπει να μετράται η αρτηριακή πίεση και από τα δύο χέρια.

Η συστολική αρτηριακή πίεση πρέπει να είναι η ίδια τόσο στο δεξί όσο και στο αριστερό χέρι, και διαφορές άνω των 15mmHg μπορεί να είναι ενδεικτικές περιφερικής αρτηριακής νόσου (στένωσης υποκλείδιου αρτηρίας).

Ορθοστατική υπόταση ορίζεται ως η πτώση της συστολικής πίεσης άνω των 20 mmHg από την ύπτια στην όρθια θέση, και θα πρέπει να ελέγχεται σε ηλικιωμένα άτομα, σε διαβητικούς, καθώς και σε εκείνους που αισθάνονται ζάλη ή αδυναμία όταν βρίσκονται στην όρθια θέση.

Από την στιγμή που τεθεί η διάγνωση της αρτηριακής υπέρτασης, πρέπει να ακολουθήσει μία σειρά εξετάσεων για να εκτιμηθεί:

  • Τυχόν προσβολή οργάνων-στόχων και βλάβες αυτών
  • Ο συνολικός καρδιαγγειακός κίνδυνος
  • Παράγοντες κινδύνου (πχ κατανάλωση άλατος, φάρμακα) που είναι τροποποιήσιμοι και συμβάλλουν στην υπέρταση
  • Ύπαρξη δευτεροπαθούς αρτηριακής υπέρτασης

Στοιχεία που θέτουν την υποψία δευτεροπαθούς αρτηριακής υπέρτασης είναι:

  • Σοβαρή ή ανθιστάμενη υπέρταση
  • Οξεία άνοδος της αρτηριακής πίεσης σε έναν μέχρι πρότινος σταθερό ασθενή
  • Εμφάνιση υπέρτασης στην εφηβεία
  • Εμφάνιση υπέρτασης πριν την ηλικία των 30 ετών, χωρίς οικογενειακό ιστορικό ή παχυσαρκία
  • Αύξηση της κρεατινίνης (ειδικά μετά από λήψη ορισμένων αντιυπερτασικών φαρμάκων
  • Εκδήλωση flash πνευμονικού οιδήματος
  • Εμφάνιση υπέρτασης μετά τα 55 έτη
  • Υπνική άπνοια
  • Υποθυρεοειδισμός

 

Το ιστορικό, η κλινική εξέταση και οι παρακλινικές-εργαστηριακές εξετάσεις αποτελούν την κατάλληλη μέθοδο προσέγγισης ενός ασθενούς με διαγνωσμένη αρτηριακή υπέρταση.

Ιστορικό: Με το ιστορικό αναζητούνται παράγοντες που προδιαθέτουν ή που ενισχύουν την εμφάνιση / διατήρηση της αρτηριακής υπέρτασης (συμπεριλαμβανομένου της συνταγογράφησης ορισμένων φαρμάκων όπως ΜΣΑΦ, κατανάλωση αλκοόλ, χρήση ναρκωτικών όπως κοκαΐνης), κατανάλωση άλατος και αλμυρών τροφών, οικογενειακό ιστορικό αρτηριακής υπέρτασης ή πρώιμου καρδιαγγειακού θανάτου στην οικογένεια, τη διάρκεια της αρτηριακής υπέρτασης, προηγούμενες θεραπευτικές προσεγγίσεις, έκταση βλαβών οργάνων-στόχων, παρουσία άλλων γνωστών παραγόντων καρδιαγγειακού κινδύνου.

Κλινική εξέταση: Οι κύριοι στόχοι της κλινικής εξέτασης είναι να αναγνωρίσει στοιχεία βλάβης οργάνων-στόχων, την παρουσία καρδιαγγειακής νόσου (πχ στεφανιαίας νόσου), και την πιθανότητα ύπαρξης δευτεροπαθούς αρτηριακής υπέρτασης. Κατά την κλινική εξέταση πρέπει οπωσδήποτε να γίνει και οφθαλμολογική εκτίμηση για την ύπαρξη υπερτασικής αμφιβληστροειδοπάθειας.

Εργαστηριακές/Παρακλινικές εξετάσεις: Οι κάτωθι εξετάσεις θα πρέπει να πραγματοποιούνται σε όλους τους ασθενείς με διαγνωσμένη αρτηριακή υπέρταση:

  • Ηλεκτρολύτες (κάλιο , νάτριο) και κρεατινίνη ορού, με στόχο τον υπολογισμό της κάθαρσης κρεατινίνης
  • Ασβέστιο αίματος
  • Γλυκόζη νηστείας
  • Γενική ούρων
  • Γενική αίματος
  • Θυρεοειδικός έλεγχος (TSH)
  • Λιπιδαιμικός έλεγχος (T-Chol, HDL, TRG)
  • Ηλεκτροκαρδιογράφημα
  • Υπέρηχος καρδιάς (τρίπλεξ)

 

Ποια είναι η θεραπεία της αρτηριακής υπέρτασης;

Η αντιυπερτασική αγωγή και ο έλεγχος της αρτηριακής πίεσης βοηθά στην μείωση εμφάνισης καρδιακής ανεπάρκειας , αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και εμφράγματος μυοκαρδίου. Η θεραπευτική αντιμετώπιση μπορεί να περιλαμβάνει τόσο φαρμακευτική αγωγή όσο και υγιεινοδιαιτητικές οδηγίες. Στις τελευταίες περιλαμβάνονται:

  • Μείωση της κατανάλωσης άλατος: Η μείωση της πρόσληψης άλατος με την τροφή μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της συστολικής αρτηριακής πίεσης έως και 4,8 mmHg και της διαστολικής πίεσης έως και 2,5mmHg.
  • Απώλεια βάρους: Η απώλεια βάρους σε υπέρβαρους ή παχύσαρκους ασθενείς μπορεί να οδηγήσει σε πτώση της αρτηριακής πίεσης, ανεξάρτητα από την εφαρμογή άσκησης. Η πτώση της πίεσης μπορεί να είναι εμφανής ακόμα και σε μη μείωση της πρόσληψης άλατος, αλλά σε περίπτωση περιορισμού λήψης του, η αντιυπερτασική δράση είναι ακόμα πιο εντυπωσιακή. Η μείωση 1kg σωματικού βάρους μπορεί να ελαττώσει την συστολική πίεση μέχρι και 0,5-2 mmHg.
  • Άσκηση: Η αερόβια άσκηση και πιθανότατα και η άσκηση με αντιστάσεις μπορεί να οδηγήσει σε πτώση της συστολικής και διαστολικής πίεσης έως και 6mmHg, ανεξάρτητα της απώλειας βάρους. Οι περισσότερες μελέτες αναδεικνύουν τα ανωτέρα οφέλη όταν ο ασθενής ασκείται 3-4 φορές την εβδομάδα, με μέτριας έντασης αερόβια άσκηση διάρκειας περίπου 40 λεπτών για μία περίοδο τουλάχιστον 12 εβδομάδων. (https://kolios-kardiologos.gr/Oφέλη-και-κίνδυνοι-άσκησης .
  • Μείωση κατανάλωσης αλκοόλ: Γυναίκες που καταναλώνουν 2 ή περισσότερες μερίδες αλκοόλ την ημέρα και άνδρες που καταναλώνουν 3 ή περισσότερες μερίδες αλκοόλ την ημέρα, έχουν σημαντικά αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης αρτηριακής υπέρτασης. Το φαινόμενο αυτό είναι δοσοεξαρτώμενο. Από την άλλη πλευρά, μείωση της κατανάλωσης αλκοόλ, οδηγεί και σε αντίστοιχη πτώση της αρτηριακής πίεσης. (https://kolios-kardiologos.gr/αλκοόλ .

Από την στιγμή που θα γίνει έναρξη αντιυπερτασικής αγωγής , ο ασθενής θα πρέπει να ελέγχεται τακτικά, ανά μήνα, για την επίτευξη μείωσης της πίεσης. Οι κατευθυντήριες οδηγίες της Αμερικανικής Καρδιολογικής Εταιρίας του 2017 προτείνουν ως γενικό στόχο αρτηριακής πίεσης<130/80 mmHg σε ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτική αγωγή και για ασθενείς χαμηλού κινδύνου που δεν χρήζουν φαρμακευτικής αγωγής, ένας στόχος <140/90mmHg είναι αποδεκτός. Ο θεράπων ιατρός θα δώσει σαφείς οδηγίες για την πιθανή έναρξη αγωγής και τους επιθυμητούς στόχους, εξατομικευμένα , με βάση τον εκάστοτε ασθενή.

 

Επιμέλεια

Μάριος Δ. Κολιός

Ειδικός Καρδιολόγος-Στρατιωτικός Ιατρός

 

Βιβλιογραφία

Muntner P, Carey RM, Gidding S, et al. Potential U.S. Population Impact of the 2017 American College of Cardiology/American Heart Association High Blood Pressure Guideline. Circulation 2017.

Egan BM, Zhao Y, Axon RN. US trends in prevalence, awareness, treatment, and control of hypertension, 1988-2008. JAMA 2010; 303:2043.

Whelton PK, Carey RM, Aronow WS, et al. 2017 ACC/AHA/AAPA/ABC/ACPM/AGS/APhA/ASH/ASPC/NMA/PCNA Guideline for the Prevention, Detection, Evaluation, and Management of High Blood Pressure in Adults: A Report of the American College of Cardiology/American Heart Association Task Force on Clinical Practice Guidelines. Hypertension 2017.

Mancia G, Fagard R, Narkiewicz K, et al. 2013 ESH/ESC Guidelines for the management of arterial hypertension: the Task Force for the management of arterial hypertension of the European Society of Hypertension (ESH) and of the European Society of Cardiology (ESC). J Hypertens 2013; 31:1281.

Taylor BC, Wilt TJ, Welch HG. Impact of diastolic and systolic blood pressure on mortality: implications for the definition of «normal». J Gen Intern Med 2011; 26:685.

Carnethon MR, Evans NS, Church TS, et al. Joint associations of physical activity and aerobic fitness on the development of incident hypertension: coronary artery risk development in young adults. Hypertension 2010; 56:49.

Meng L, Chen D, Yang Y, et al. Depression increases the risk of hypertension incidence: a meta-analysis of prospective cohort studies. J Hypertens 2012; 30:842.

Siu AL, U.S. Preventive Services Task Force. Screening for high blood pressure in adults: U.S. Preventive Services Task Force recommendation statement. Ann Intern Med 2015; 163:778.

Daskalopoulou SS, Rabi DM, Zarnke KB, et al. The 2015 Canadian Hypertension Education Program recommendations for blood pressure measurement, diagnosis, assessment of risk, prevention, and treatment of hypertension. Can J Cardiol 2015; 31:549.

Eckel RH, Jakicic JM, Ard JD, et al. 2013 AHA/ACC guideline on lifestyle management to reduce cardiovascular risk: a report of the American College of Cardiology/American Heart Association Task Force on Practice Guidelines. J Am Coll Cardiol 2014; 63:2960.

James PA, Oparil S, Carter BL, et al. 2014 evidence-based guideline for the management of high blood pressure in adults: report from the panel members appointed to the Eighth Joint National Committee (JNC 8). JAMA 2014; 311:507.

ΜΑΡΙΟΣ Δ. ΚΟΛΙΟΣ

Ειδικός Καρδιολόγος – Στρατιωτικός Ιατρός

Ειδικευθείς στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ιωαννίνων

Υπ. Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Ιωαννίνων

Εξειδικευθείς στην Καρδιοαναπνευστική Αναζωογόνηση/European Resuscitation Council-ERC

ERC Course Director/Instructor BLS/AED-ILS-ALS-PALS

Θα μας βρείτε στα:

Τηλέφωνα επικοινωνίας

26510 42003 - 6944776210

Email

drkoliosmarios@gmail.com

by site4doctor and MyMedical